Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα της παραγραφής. Η αξίωση από αδικοπραξία παραγράφεται, κατά κανόνα, μετά την πάροδο πέντε ετών από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αυτό σημαίνει ότι, σε σοβαρές περιπτώσεις μόνιμης σωματικής βλάβης, το δίκαιο αναγνωρίζει — υπό προϋποθέσεις — σημαντικό χρονικό περιθώριο για τη διεκδίκηση αξιώσεων που συνδέονται με τις συνέπειες του ατυχήματος. Για τον λόγο αυτό, κάθε πρόωρος συμβιβασμός ή γενική εξοφλητική δήλωση πρέπει να αξιολογείται με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε ο παθών να μη στερηθεί αξιώσεις που δεν έχουν ακόμη πλήρως αποτιμηθεί.
Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές προθεσμίες που ισχύουν για την άμεση αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία παραγράφεται μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με την επιφύλαξη των κανόνων περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής.
Επομένως, σε περιπτώσεις μόνιμης ή σοβαρής σωματικής βλάβης, η υπόθεση δεν πρέπει να κλείνει βιαστικά. Απαιτείται πλήρης ιατρική, πραγματογνωμονική και νομική αξιολόγηση, ώστε να διασφαλιστεί ότι ο παθών δεν αποδέχεται μικρότερη αποζημίωση από εκείνη που πραγματικά δικαιούται.
Η έγκαιρη νομική υποστήριξη επιτρέπει τη σωστή οργάνωση του φακέλου, την παρακολούθηση της εξέλιξης της βλάβης και τη διαμόρφωση στρατηγικής για τη διεκδίκηση της πληρέστερης δυνατής αποζημίωσης. Σε υποθέσεις μόνιμων τραυματισμών, η βιασύνη μπορεί να κοστίσει περισσότερο από την αναμονή.